πλανητικός

πλανητικός
η , ό[ν]
1) планетный, относящийся к планетам;

πλανητικό σύστημα — солнечная система;

2) скитающийся; бродячий, кочующий (о животных)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "πλανητικός" в других словарях:

  • πλανητικός — migratory masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανητικός — ή, ό / πλανητικός, ή, όν ΝΑ [πλανητός] 1. αυτός που περιπλανάται, που δεν έχει μόνιμο τόπο διαμονής («πλανητικά ζώα» ζώα που μεταναστεύουν σε διάφορους τόπους και σε ακαθόριστες εποχές) 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους πλανήτες («πλανητικό… …   Dictionary of Greek

  • πλανητικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στους πλανήτες: Πλανητικό σύστημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλανητικά — πλανητικός migratory neut nom/voc/acc pl πλανητικά̱ , πλανητικός migratory fem nom/voc/acc dual πλανητικά̱ , πλανητικός migratory fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανητικόν — πλανητικός migratory masc acc sg πλανητικός migratory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανητικοί — πλανητικός migratory masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλανητικήν — πλανητικός migratory fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περίσχεση — η / περίσχεσις, έσεως, ΝΑ [περιέχω] νεοελλ. 1. περιορισμός τής επέκτασης ή τής κίνησης κάποιου από όλες τις πλευρές 2. στρ. παρεμπόδιση τού αντιπάλου να έλθει σε επικοινωνία με φιλικά στρατεύματα ώστε να αποκλειστεί μέσα σε φρούριο ή άλλο μέρος,… …   Dictionary of Greek

  • σποράς — άδος, η, ΝΑ, και σποράς, άδος, ὁ, Α (το θηλ. στον πληθ. ως κύριο όν.) Σποράδες ονομασία διαφόρων διάσπαρτων νησιών μας τα οποία από γεωγραφική άποψη εξετάζονται κατά ομάδες («Βόρειες Σποράδες») αρχ. 1. (στον εν., μόνον με περιληπτ. ουσ., όπως… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»